Λυπούμαστε, αλλά τα λεξικά μας δεν ξέρουν να μεταφράζουν προτάσεις!
Το WordReference προσφέρει διαδικτυακά λεξικά, όχι λογισμικό μεταφράσεων. Παρακαλούμε, αναζητήστε μία μία τις λέξεις (μπορείτε να τις κλίκαρετε παρακάτω) ή κάντε μια ερώτηση στα φόρουμε εάν χρειάζεστε άλλη βοήθεια.

one who is mentally ill


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο mentally παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: one | who | is | ill
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mentally adv(intellectually)διανοητικά επίρ
 She certainly seems mentally capable of the job.
mentally adv(relating to the mind)διανοητικά επίρ
 He was branded mentally incapable of work.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
mentally challenged,
mentally-challenged
adj
(person: with learning difficulties)με νοητικές δυσκολίες περίφρ
Σχόλιο: Term used to avoid giving offence
mentally handicapped adjdated, offensive (having learning disabilities)με μαθησιακές δυσκολίες, διανοητικώς ανάπηρος έκφρ
 Bob is mentally handicapped, and has trouble learning simple arithmetic.
mentally ill adj(psychiatric disorder)που έχει διανοητική διαταραχή περίφρ
mentally retarded,
mentally-retarded
adj
dated, offensive!! (having learning disabilities) (μειωτικό)καθυστερημένος μτχ πρκ
  διανοητικά ανάπηρος επίθ + ουσ αρσ
the retarded,
the mentally-retarded
npl
dated, now offensive!! (people with learning disabilities)τα άτομα με νοητική υστέρηση περίφρ
  οι διανοητικά καθυστερημένοι περίφρ
 (προσβλητικό)οι καθυστερημένοι περίφρ
 This treatment facility is specially designed for the mentally retarded.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση one who is mentally ill στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «one who is mentally ill».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!